ΣΤΗ ΜΑΜΑ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΜΠΑΜΠΑΣ

Posted on: November 17th, 2018 by ldomazos ldomazos No Comments

Με αφορμή την γέννηση του Χριστώφ Βαζέχα σαν σήμερα 17 Νοεμβρίου το 1964 να καταφύγω στο βιβλίο του δημοσιογράφου  “20 χρόνια ταξίδια με τον Παναθηναικό” Μένιου Σακελλαρόπουλου που αναφέρει κάποια πράγματα απο την ζωή του Χριστώφ. Πρώτος σκόρερ της Ευρώπης και τρίτος στον κόσμο βραβεύτηκε στη Γερμανία από την Διεθνή ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του ποδοσφαίρου.“Πέρασα πολύ δύσκολα χρόνια, πώς να τα ξεχάσω επειδή σήμερα φόρεσα ένα σμόκιν;…” λέει στον Σακελλαρόπουλο ο Κριστώφ μετά την εκδήλωση σε μια άγνωστη πόλη, τη Φούλντα, εκείνη την παγωμένη νύχτα, στις 8 Ιανουαρίου 2001.

“…Στο σπίτι είχαμε μόνον ένα δωμάτιο και μια μικρούλα κουζίνα. Εκεί ήταν ο κόσμος μου. Κι αυτός ο κόσμος έπνιγε τα όνειρά σου, ασφυκτιούσες. Πώς να χωρέσεις εκεί, πώς να μεγαλώσεις; Κι όμως χωρούσες! Ο πατέρας μου είχε φύγει, δεν τον ξανάδα, μόνο μια φορά, φευγαλέα, από απόσταση. Δεν έμαθα ποτέ, δεν θέλησε κι εκείνος. Τον έσβησα μέσα μου, όπως και τα βάσανά μου. Σκληρό, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει. Η μάνα μου ήταν τα πάντα για μένα και σ’ αυτήν τα χρωστάω όλα, και τούτο δω το βραβείο…”.

Ο ποδοσφαιριστής χαλαρώνει κάπως το παπιγιόν και συνεχίζει: “Αν η μάνα μου δεν μ’ άφηνε να ασχοληθώ με το ποδόσφαιρο, σήμερα θα ήμουν εργάτης εργοστασίου. Αυτό σκεπτόμουν την ώρα της βράβευσης. Και είπα, χαλάλι οι κόποι και οι πίκρες ζωής, οι κλωτσές στο γήπεδο, η ζωή η καλογερίστικη που έκανα…”.

Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος ήταν παρών στην τιμητική βραδυά του πρώτου Ευρωπαίου σκόρερ. Γράφει στο βιβλίο του:

“Μπροστά στη λαμπερή αίθουσα ο Βαζέχα όλο και αγχωνόταν. Δεν ήταν ο δικός του χώρος, το γήπεδό του, αισθανόταν άβολα. Μύριζε δόξα και τρακ, λουσμένος από τον ιδρώτα της χαράς, της περηφάνειας, της δικαίωσης. Τη στιγμή που έπιανε στα χέρια του το βραβείο ήταν αλλού… Μια σύσπαση έδωσε το σύνθημα να χορέψουν τρελλά οι ρυτίδες του προσώπου του. Ήταν φανερό ότι “ταξίδευε”, ίσως στη μικρή του πόλη, το Χορζώφ της Πολωνίας, που τον σημάδεψε για πάντα. Έβλεπε πολλά στη γιγαντοθόνη του μυαλού του, όσα κράτησε κλειδωμένα στη ψυχή του τρισήμισυ δεκαετίες, και το κλειδί πεταμένο σ’ ένα από τα λαγούμια των λιγνιτορυχείων.