ΣΤΑ ΤΡΙΚΑΛΑ ΣΤΑ ΔΥΟ ΣΤΕΝΑ ……….

Posted on: January 18th, 2018 by ldomazos ldomazos No Comments

Με την ευκαιρία της γέννησης και του θανάτου το Βασίλη Τσιτσάνη σαν σήμερα 18 Ιανουαρίου να θυμηθούμε την ιστορία του τραγουδιού, «Στα Τρίκαλα στα δυο στενά, σκοτώσανε τον Σακαφλιά». Το τραγούδι αυτό αποτελεί ένα από τα κλασσικά τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη και  ηχογραφήθηκε το 1939. Στην ηχογράφηση συμμετέχουν ο Τσιτσάνης και ο Στράτος Παγιουμτζής και φυσικά γράφτηκε για έναν εγκληματία που δολοφονήθηκε στις φυλακές Τρικάλων. Υπάρχει ακόμα μια εκδοχή που λέει ότι τον σκοτώσαν σε δυό στενά δρομάκια αλλά δεν ευσταθεί. Τα δυο Στενά ήτανε μέσα στη φυλακή Τρικάλων. Έτσι λέγανε δύο στενούς διαδρόμους ανάμεσα στο κυρίως κτίριο και τον ψηλό εξωτερικό τοίχο. Στα Δυο Στενά γινόντουσαν οι εκβιασμοί και τα καθαρίσματα. Οι τραυματισμοί και οι φόνοι έπαιρναν κι έδιναν. Κακοποιός ο Γιώργος Σακαφλιάς ή Σακαβλιάς ή Σαρκαφλιάς διάλεξε και πάρε, καταγόταν από την Αθήνα. Το πραγματικό του όνομα κάποιοι λένε ήταν Χαρίλαος Χαραλάμπους και το «Σακαφλιάς» ήταν το παρατσούκλι του. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες ήταν ωραίος άντρας ομορφόπαιδο και νταβατζής. Τα έπαιρνε απο τις πουτάνες που τον γούσταραν άγρια. Το 1926, σε ηλικία 27 ετών, συνελήφθη, δικάστηκε και μεταφέρθηκε στις φυλακές των Τρικάλων. Όπως γινόταν σχεδόν σε κάθε φυλακή του Μεσοπολέμου, οι κρατούμενοι έπαιζαν τυχερά παιχνίδια. Κάθε φυλακή είχε και έναν αρχηγό που έπαιρνε τα ποσοστά των κερδών, το βιδάνιο όπως το ξέρω απο μικρός να το λένε. Ο Σακαφλιάς παρατηρούσε τους κατάδικους που έπαιζαν κυρίως μπαρμπούτι και τα ποσοστά που έπαιρνε από αυτούς ο τσιρίμπασης, που τον έλεγαν Αυλωνίτση. Δεν ήξερε όμως καλά τους νόμους του υποκόσμου μέσα στη φυλακή. Σύμφωνα με αυτούς, για να γίνει κάποιος τσιρίμπασης, έπρεπε να τον σέβονταν τουλάχιστον οι μισοί κατάδικοι και  το όνομά να προκαλεί φόβο και θαυμασμό. Ο Αυλωνίτσης ήταν διαβόητος κακοποιός και ως κορυφαία απόδειξη της «εγκληματικής αξίας» του, ήταν ότι είχε πυροβολήσει έναν ενωμοτάρχη σε μια χαρτοπαιχτική λέσχη. Οι κρατούμενοι μπροστά του ήταν «σούζα». Ωστόσο ο Σακαφλιάς θέλησε να διεκδικήσει τη θέση του. Σε ένα παιχνίδι ο Σακαφλιάς κλώτσησε τον Αυλωνίτση λέγοντάς του «φύγε ρε κωλόγερε…». Αυτός κράτησε την ψυχραιμία του αλλά όχι τη γλώσσα του και απάντησε προφητικά:«αυτό θα το πληρώσεις με τη ζωή σου…». Μετά από λίγες μέρες ο Αυλωνίτσης αγόρασε ένα τηγάνι και λίγες μαρίδες και πήγε στο πλυσταριό της φυλακής στο τέλος ενός στενού διαδρόμου, δήθεν για να τις τηγανίσει. Όμως είχε βγάλει το χερούλι του τηγανιού και το είχε ακονίσει  με υπομονή μέχρι που έγινε ένα κοφτερό ξυράφι. Έπειτα φώναξε τον Σακαφλιά για να τον κεράσει μαρίδες. Ο Σακαφλιάς, θεώρησε ότι επειδή ήταν μεγάλος σε ηλικία, φοβήθηκε μετά την κλωτσιά που του έδωσε και ήθελε να κάνουν ανακωχή. Άφοβα μπήκε στο καμαράκι. Αμέσως δέχτηκε αλλεπάλληλα πισώπλατα χτυπήματα με το κοφτερό χερούλι του τηγανιού. Μετά από λίγο ξεψύχησε. Όταν έγινε το περιστατικό το 1927, ο Τσιτσάνης ήταν πιτσιρικάς ακόμα. Αργότερα όμως μεγαλώνοντας, επηρεασμένος από ορισμένα ρεμπέτικα τραγούδια του Βαγγέλη Παπάζογλου και του Μάρκου Βαμβακάρη, που αναφέρονταν σε ιστορίες κακοποιών, ήθελε και εκείνος να γράψει τέτοια τραγούδια. Ο απόηχος του εγκλήματος που είχε συγκλονίσει την περιοχή, ήταν μοναδική πηγή έμπνευσης. Ο Τσιτσάνης πήρε το θύμα του εγκλήματος, τον Σακαφλιά και τον έκανε ήρωα γράφοντας: «Στα Τρίκαλα στα δυο στενά, σκοτώσανε τον Σακαφλιά. Δυο μαχαιριές του δώσανε και κάτω τον ξαπλώσανε. Τέτοιο δερβίσικο παιδί, τον κλαίμε όλοι μας μαζί. Δεν τον ξεχνάμε βρε παιδιά τον φίλο μας τον Σακαφλιά». Τα δυο στενά που αναφέρει ο Τσιτσάνης το τραγούδι του είναι οι  δύο διάδρομοι του προαυλίου της φυλακής Τρικάλων που κυκλώνουν τους θαλάμους των κρατουμένων. Επίσης ο Τσιτσάνης στους στίχους του αναφέρει τον Σακαφλιά ως «φίλο» και ως «ντερβίση», καθώς ο Σακαφλιάς ήταν πολύ νέος και όχι μόνο συγχωρέθηκε αλλά κέρδισε και την εύνοια του λαού των Τρικάλων. Όσο για τον Αυλωνίτση, όταν αποφυλακίστηκε μετά τον πόλεμο πήγε στην Πάτρα και δούλεψε σε μια χαρτοπαιχτική λέσχη. Όταν πέθανε ο ιδιοκτήτη της λέσχης, μεγάλος πια σε ηλικία δεν έβρισκε δουλειά ούτε και μπορούσε πια να επιβιώνει με τη μαγκιά του. Τελικά κατέληξε να ζητιανεύει. Έγινε περίγελος της κοινωνίας και σαν παλιός μάγκας, δεν άντεξε τον εξευτελισμό, με αποτέλεσμα να δώσει τέλος στη ζωή του πέφτοντας στις γραμμές του τρένου.