ΑΜΦΙΣΒΗΤΕΙΤΑΙ Η ΠΡΩΤΙΑ ΤΟΥ

Posted on: January 12th, 2018 by ldomazos ldomazos No Comments

Ο Σπύρος Λούης ήταν ο νερουλάς απ΄το Μαρούσι, που έγινε εθνικός ήρωας, όταν κέρδισε τον μαραθώνιο στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 στην Αθήνα. Ο Λούης γεννήθηκε  σαν σήμερα 12 Ιανουαρίου το 1873 στο Μαρούσι. Η οικογένειά του ήταν φτωχή και ο Σπύρος βοηθούσε τον πατέρα του στο κουβάλημα του νερού από σπίτι σε σπίτι, μιας και τότε δεν υπήρχε κεντρική ύδρευση. 

Οι ατελείωτες διαδρομές φορτωμένος με λίτρα νερού, φαίνεται ότι προπόνησαν γερά τον νεαρό Μαρουσιώτη, ο οποίες κατέληξε να γίνει ο ταχύτερος μαραθωνοδρόμος του κόσμου στους Ολυμπιακούς του 1896.

Στις 29 Μαρτίου, μπήκε νικητής στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όπου τον υποδέχτηκε ο διάδοχος Κωνσταντίνος με τον αδερφό του, Γεώργιο. Του φέρθηκαν σαν να ήταν φίλος από παλιά. Τον κέρασαν κρασί και του υποσχέθηκαν αμέτρητα άλλα δώρα.

Το ίδιο έκαναν και πολλές άλλες επιχειρήσεις. Μετά τους Ολυμπιακούς, ο Σπύρος Λούης μπορούσε να μπει σε οποιοδήποτε κατάστημα ήθελε και ήταν σίγουρο, πως θα του προσέφεραν κάτι απ” την πραμάτεια τους δωρεάν.

Εκείνος όμως, δε ζήτησε τίποτα, παρά μόνο ένα γαϊδουράκι, για να βοηθάει τον πατέρα του να κουβαλάει το νερό.

Ο νερουλάς, που έγινε εθνικός ήρωας, παρέμεινε  νερουλάς και μετά τους Ολυμπιακούς. Η τρομερή εμπειρία που έζησε, δεν άλλαξε καθόλου τους απλούς τρόπους του.

Την 1η Αυγούστου του 1936, ο Σπύρος Λούης γνώρισε τον Αδόλφο Χίτλερ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου. Του προσέφερε ένα κλαδί ελιάς, ως σύμβολο ειρήνης. Ίσως να ήξερε ότι ήταν το πιο ειρωνικό δώρο, που θα μπορούσε να δώσει κανείς στον Γερμανό ηγέτη;

Ο Σπύρος Λούης πέθανε  στις  26 Μαρτίου το 1940, σε ηλικία 67 ετών. Έζησε και πέθανε απλά και ταπεινά, χωρίς να εκμεταλλευτεί ποτέ τα προνόμια που του προσέφερε η νίκη του.

Ο Ντόναλντ-Γεώργιος Μακφαίηλ στο βιβλίο του, “Ο Χαρίλαος Βασιλάκος και η αμφιλεγόμενη πρωτιά του Σπύρου Λούη”, υποστηρίζει ότι η νίκη του Λούη ήταν μία απάτη.

Ο Χαρίλαος Βασιλάκος τερμάτισε δεύτερος στον Μαραθώνιο και σύμφωνα με τον Μακφαίηλ, αυτός ήταν ο πραγματικός νικητής. Ο Σπύρος Λούης είχε διανύσει μεγάλο κομμάτι της διαδρομής μέσα σε ένα κάρο και εμφανίστηκε ξαφνικά λίγο πριν τον τερματισμό, ξεκούραστος και “αεράτος”.

Στις 12 Μαρτίου του 1896, διοργανώθηκαν προκριματικοί αγώνες, για να επιλεγούν οι 6 αθλητές που θα εκπροσωπούσαν την Ελλάδα στον μαραθώνιο. Πρώτος ήρθε ο Χαρίλαος Βασιλάκος, ενώ ο Λούης δεν είχε πάρει καν μέρος.

Ο Λούης εμφανίστηκε σε συμπληρωματικούς προκριματικούς, που διοργανώθηκαν όταν αποφασίστηκε ότι 10 αθλητές κι όχι 6 θα εκπροσωπούσαν την Ελλάδα.

Ούτε τη δεύτερη φορά τα κατάφερε. Τερμάτισε πέμπτος και απέτυχε να πιάσει το χρονικό όριο πρόκρισης, που ήταν 3 ώρες και 17 λεπτά, κατά δύο λεπτά.

Παρ” όλα αυτά, ο Λούης μπήκε στην τελική ομάδα. Λέγεται πως ο υπεύθυνος οργάνωσης του μαραθωνίου, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, είχε υπάρξει διοικητής του Λούη στον στρατό και ότι ήταν εκείνος που άσκησε τις απαραίτητες πιέσεις, για να μπει ο Λούης στην τελική ομάδα.

H βασικότερη ένσταση του Μακφαίηλ είναι ότι ο Λούης κατάφερε να βελτιώσει τον χρόνο του κατά 20 ολόκληρα λεπτά, μέσα σε τέσσερις μόλις μέρες. Στους προκριματικούς, όπου η απόσταση ήταν 5 χιλιόμετρα λιγότερο απ” ότι στον τελικό μαραθώνιο, ο Λούης έκανε 3 ώρες και 17 λεπτά, ενώ στον μαραθώνιο έκανε μόλις 2 ώρες και 59 λεπτά.

Τέτοια χρονική βελτίωση είναι σχεδόν αδύνατη, υποστηρίζει. Ο αντίλογος είναι, ότι την ημέρα του προκριματικού, οι καιρικές συνθήκες ήταν τόσο κακές, που καθυστέρησαν όλους τους αθλητές.

Το να κλέψει κάποιος αθλητής κατά τη διάρκεια του αγώνα, δεν ήταν και τόσο δύσκολο, γιατί δεν υπήρχαν θεατές στους δρόμους που έτρεχαν. Τους επέβλεπε μόνο ένα έφιππο επιτελείο, υπεύθυνος για το οποίο ήταν ο φίλος του Λούη, Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος.

Μέχρι το 15ο χιλιόμετρο, είναι γνωστό ότι προπορευόταν ο Βασιλάκος, ενώ ο Λούης ήταν ανάμεσα στους τελευταίους. Η μεγάλη “προσπέραση” του Λούη έγινε μετά το 37ο χιλιόμετρο, δηλαδή μόλις 5 χιλιόμετρα πριν το Παναθηναϊκό στάδιο.

Δεύτερος τερμάτισε ο Βασιλάκος, τρίτος ο Έλληνας Μπελόκας και τέταρτος ο Ούγγρος Κέλνερ. Κανείς τους δεν είχε δει τον Λούη να τους προσπερνά. Χρόνια αργότερα, όταν ο Βασιλάκος ρωτήθηκε για αυτό το θέμα, είπε ότι ο Λούης ήρθε “ουρανοκατέβατος”.

Ο Λούης δε συμμετείχε ποτέ σε κάποιον άλλο αγώνα δρόμου και πολλοί λένε ότι αυτό ήταν ένα ακόμη στοιχείο του ισχυρισμού, ότι δε νίκησε καθαρά. Ουσιαστικά είναι μία υπόθεση εργασίας.
Έτσι κι αλλιώς, όταν ο Λούης μπήκε θριαμβευτικά στο Παναθηναϊκό στάδιο, το πλήθος δε φώναζε το όνομά του, αλλά “Έλλην, Έλλην!”. Σημασία γι” αυτούς δεν είχε το πρόσωπο, αλλά ότι ο νικητής ήταν Έλληνας. Και μάλιστα από αυτούς που την επόμενη μέρα της δόξας δεν καβάλησε καλάμι, αλλά ένα ταπεινό γαϊδουράκι, που τον βοηθούσε να μοιράσει το πολύτιμο νερό.