ΓΟΥΡΝΟΧΑΡΑ ΣΤΑ ΓΚΑΡΑΓΚΟΥΝΟΧΩΡΙΑ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ

Posted on: December 26th, 2016 by ldomazos ldomazos No Comments

Γιορτή που αναβιώνει κάθε χρόνο στις 26 Δεκεμβρίου στα καραγκουνοχώρια του κάμπου της Καρδίτσας, αλλά και σε περιοχές των Τρικάλων, της Λάρισας και της Δυτικής Μακεδονίας.

Η γουρνοχαρά ήταν παλαιότερα το μεγάλο γεγονός των Χριστουγέννων, καθώς την παραμονή ή την επομένη της μεγάλης γιορτής της Χριστιανοσύνης σφάζονταν τα γουρούνια, που στα χωριά τα μεγάλωναν  για ένα χρόνο. Μικροί μεγάλοι όλοι στο πόδι, όλη η οικογένεια και το συγγενολόι. Αντρική δουλειά το σφάξιμο και γυναικεία το βράσιμο και το καθάρισμα. Τραγουδούσαν έπιναν κρασί ή τσίπουρο και το γλεντούσαν κανονικά.

Επειδη η γουρνοχαρά γινόταν 26  Δεκεμβρίου οι χωρικοί ελεγαν

Τα Χριστούγεννα σφάζουμι τα γρούνια, γιατί τα Χριστούγεννα πήγινι η Παναγία μι τουν Ιουσήφ και του Χστο στν Άίγυπτου, να μη τα σφαξ’ η Ηρώδης. Μπρουστά πηγαίναν η Παναγία μι τουν Ιουσήφ και πίσου τα γρούνια χαλούσαν τα χνάρια και γι’ αυτό τα κάνουμι γκουρμπάν τα χουμι για του καλύτιρου γκουρμπάν.

Το κάθε σπίτι είχε φροντίσει να προμηθευτεί ένα γρούνι νωρίς την άνοιξη.  Πήγαιναν στο παζάρι εκεί έξω απο το γήπεδο  διάλεγαν ένα καλό γρουνόπλο, το έριχναν στο σακί και τόφερναν καβάλα στο γμάρι. Στο σπίτι  είχαν το γρνοκούμασο ένα φραγμένο μέρος στο πίσω μέρος του σπιτιού, συνήθως μικρό για να μην κινείται πολύ το ζώο με μια μικρή κοπανούλα για ταίστρα. Το τάιζαν κυρίως τυρόγαλο, στο οποίο πρόσθεταν πίτυρα. Έτσι το κρέας γινόταν νόστιμο και τρυφερό. Αμ πώς. Ηξεραν τι έκαναν λέει ο αποδυτηριάκιας.

-Του ταΐζαμι ούλου του χρόνου, τρόγαλου κι αποφάια. Όλα τάτρουγι. Του είχαμι στου γουρνουκούμασου, όπους το λιέγαμι, αυτό έσκουζι άμα καταλάβινι ότι ήρθ’ η ώρα για φαί. Ότι είχαμι για πέταμα απ’ τουν κήπου ούλα στου γρούνι τα ρίχναμι. Για να παχύν’ και να μας φτιάξ πουλλά λουκάνκα κι λίπα. Έλιγαν, ούι α γιέμ, ιέχει ένα γρούνι αυτός απάν απού ικατό ουκάδις, δέκα ντινικέδια λίπα θα βγάλι ! ! !

Γιορτή στα χωριά αυτή η διαδικασία γι΄αυτό και λεγόταν γουρνοχαρά.

Οι άνδρες νωρίς το πρωί ετοίμαζαν το γρούνι που ήταν για σφάξιμο. Έπιαναν δύο τα πίσω πόδια, δύο τα μπροστινά και ο πέμπτος αφού φρόντιζε πρώτα να δέσει το στόμα του γουρουνιού με σύρμα για να μη τον δαγκώσει, έμπηγε το μαχαίρι στο λαιμό του ζώου. Ακολουθούσε το θυμίασμα  του ζώου. Η νοικοκυρά του σπιτιού έπαιρνε κάρβουνα απ’ τη φωτιά και, μαζί με θυμίαμα θυμιάτιζε το σφάγιο για να ξορκίσει το κακό και για να ευχηθούν την επόμενη χρονιά το σφαχτό τους να είναι μεγαλύτερο. Για τον ίδιο λόγο χάρασσαν το σχήμα του σταυρού στο λαιμό του ζώου. Από τον λαιμό έκοβαν τον γκουργκουλιάνο κάτι απ΄το λαιμό και τον έριχναν στα κάρβουνα να ψηθεί, ήταν ο πρώτος μεζές.

Στη συνέχεια τοποθετούσαν αριστερά και δεξιά του από ένα καδρόνι για να σταματάει όρθιο πάνω στη ραχοκοκαλιά. Αφαιρούσαν το κεφάλι για να το ζεματίσουν οι γυναίκες  και να το καθαρίσουν από τις τρίχες.

Ακολουθούσε το γδάρσιμο, που ήθελε ειδικά μαχαίρια και προσοχή για να μην τρυπηθεί αλλά και να μην μείνει λίπος στο δέρμα.

«-Ιέ ρα πιδάκι μ, το γιέμσις κουμπότρυπις του τουμάρι, ντίπ διεν προσέχς, τι γουρνουτσάρχα θα φκιάξουμι κι πως θα του πλήσουμι».

Το δέρμα το άπλωναν να στεγνώσει, το αλάτιζαν και μετά το δίπλωναν και το αποθήκευαν. Απ’ αυτό κατασκευάζονταν τα γουρουνοτσάρουχα που φορούσαν στα πόδια τους σε καλές καιρικές συνθήκες. Αργότερα τα πουλούσαν στους εμπόρους δερμάτων.

Ανοιγόταν η κοιλιά  του ζώου για βγουν τα εντόσθια, τα οποία έπλεναν και καθάριζαν οι γυναίκες, …και η γουρνοχαρά  ξεκινούσε με την πρώτη τηγανιά και δώστου τσίπρο και κράσα αβέρτα.

Οι πιτσιρικάδες περίμεναν πως και πώς να πάρουν την φούσκα την ουροδόχο κύστη που με ένα καλάμι την φούσκωναν και την έκαναν μπάλα ποδοσφαίρου.

«-Άϊ κάντε σιαπέρα, ρα σιουϊάδις. Μη πατάτι απάν στα ιαίματα, θέλντι κι να κοινουνίστι αύριου.»

Το υπόλοιπο ζώο κοβόταν σε τέσσερα τεμάχια όσα και τα πόδια, για να μπορεί να κρεμαστεί στο δέντρο μέχρι να τεμαχιστεί σε μικρότερα κομμάτια. Το ψαχνό προμαγειρεύονταν και συντηρούνταν μέσα στο λίπος του γουρουνιού σε μεγάλα δοχεία ή βαρέλια για μήνες μετά. Είναι η αλευριά που συνήθως μετά μαγειρεύονταν με πράσα ή στο τηγάνι με αυγά.

Παράλληλα ξεκινούσε η διαδικασία του λιωσίματος του λίπους και η παρασκευή των  τσιγαρίδων απο τις γυναίκες. Σε χαλκοματένιο καζάνι έριχναν μέσα τα κομμάτια λίπους με λίγο νερό για να μην αρπάξουν και ανακάτευαν με το ξύλο. Αφού το λίπος έλιωνε, το έβαζαν  σε τενεκέδες  ή σε βαρέλια. Οσα κομμάτια έμεναν μέσα στο καζάνι ήταν οι τσιγαρίδες. Το λίπος φυλάσσονταν στην αποθήκη και χρησιμοποιούταν στο μαγείρεμα αντί του ελαιολάδου για όλη τη διάρκεια του χρόνου. Επειδή ακριβώς το ελαιόλαδο δεν παραγόταν στην περιοχή και για το λόγο αυτό ήταν δυσεύρετο και ιδιαίτερα ακριβό οι άνθρωποι σπάνια το χρησιμοποιούσαν και το αντικαθιστούσαν με τη λεγόμενη λίπα.

Μέρος  από το ψαχνό κρέας το ψιλόκοβαν στην τάβλα και το αναμείγνυαν με πράσα και μπαχαρικά. Τα καλοπλυμένα έντερα του ζώου γεμίζονταν με το υλικό, δένονταν σε ίσια κομμάτια με σπάγκο και  κρεμιόταν κοντά στον μπουχαρί στο τζάκι δηλαδή για να στεγνώσουν και να ωριμάσουν. Τα Φώτα, φώτιζε και τα λουκάνικα ο παπάς, τότε ήταν έτοιμα προς κατανάλωση.

Τα κόκκαλα του ζώου με το λίγο κρέας που έχει μείνει πάνω βράζονταν και τρώγονταν με τραχανά ή πλιγούρι. Το κεφάλι τα πόδια και η ουρά βράζονταν για να φτιαχτεί ο πατσάς που τρώγονταν σαν ζεστή σούπα αλλά και κρύος, η πηχτή δηλαδή.

Με το τέλος της δουλειάς, άρχιζε το γλέντι και το τραγούδι, οι  τηγανιές και τσίπουρα έδιναν κι έπαιρναν. Επί της ευκαιρίας ανοιγόταν και το βαρέλι με το ντόπιο κρασί μιας και είχαν πιάσει τα πρώτα κρύα.

Τα εδέσματα στο γιορτινό τραπέζι των Χριστουγέννων είναι κυρίως η κοτόσουπα απο την γριά κότα , πρασοσέλινο στον ταβά και χοιρινή τηγανιά.

Γενικά ολες οι εκδηλώσεις οχι μόνον στην Καρδίτσα αλλά σε ολόκληρη την Ελλάδα καταλήγουν στο χορό και στο τραγούδι και είναι σαν κάτι νυφοπάζαρο για τους ελεύθερους. Νυφοπάζαρα φυσικά αποτελούν και οι πλατείες με τα σουλάτσα πάνω κάτω.